No Future – Η ιστορία του Punk (μέρος ‘Β)

Η δεκαετία του ’70 είχε πολλά γεγονότα στα διάφορα μέρη του κόσμου, γεωπολιτικές και οικονομικές συγκρούσεις και ανακατατάξεις, πολιτικές έριδες και μηχανορραφίες, κοινωνικές ζυμώσεις, απελευθερωτικά και αντάρτικα κινήματα, έντονη δραστηριότητα στα καλλιτεχνικά δρώμενα. Παρόλα αυτά, η διάψευση εν πολλοίς των «ονείρων» και των προσδοκιών που καλλιεργήθηκαν σε πολλά επίπεδα κατά τη δεκαετία  του ’60, σε συνδυασμό με την πρώτη μεταπολεμική ύφεση, έφερε μια αίσθηση απογοήτευσης, ενίσχυσης του κυνισμού και του ατομισμού και μια οργισμένη διάθεση, σε μια γενιά εφήβων που, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες στη δύση, άρχιζε να βλέπει δυσοίωνες τις μελλοντικές της προοπτικές.

Η Βρετανία στα μέσα των ’70s ήταν ένα απογοητευτικό μέρος για να ζει κανείς, σύμφωνα με το Johny «Rotten» Lydon. Για έναν έφηβο με καταγωγή από εργατική οικογένεια δεν υπήρχαν πολλές εναλλακτικές. Θα έμενε σε ένα μικρό, νοικιασμένο από το τοπικό κοινοτικό συμβούλιο (council housing), χαμηλού κόστους διαμέρισμα (τα νεότερα από τα οποία βρίσκονταν σε τεράστιες τσιμεντένιες πολυκατοικίες οικιστικών συγκροτημάτων στα περίχωρα των πόλεων), θα παρακολουθούσε μια, τουλάχιστον 10ετή δημόσια, τεχνικά προσανατολισμένη εκπαίδευση και θα κατέληγε πιθανότατα άνεργος. Το τελείωμα μιας σχεδόν 20ετούς μεταπολεμικής ανάπτυξης και η πετρελαϊκή κρίση του ’73, κλόνησαν την οικονομία και έφεραν πρωτοφανή για τότε ποσοστά ανεργίας (Σε σύγκριση με το ζενίθ της πορείας της Θάτσερ το ’83-’84, δεν ήταν τίποτα). Τα πανίσχυρα εργατικά συνδικάτα περνούν στην αντεπίθεση διοργανώνοντας μεγάλες μαχητικές  απεργίες (Αρχικά κερδίζουν κάποια προνόμια που θα εξαφανίσει αργότερα η «Σιδηρά Κυρία»).

«Early Seventies Britain was a very depressing place.It was completely run-down with trash on the streets, and total unemployment—just about everybody was on strike. Everybody was brought up with an education system that told you point blank that if you came from the wrong side of the tracks…then you had no hope in hell and no career prospects at all. Out of that came pretentious moi and the Sex Pistols and then a whole bunch of copycat wankers after us.» – John Lydon

Τα όνειρα των νεαρών mods της εργατικής τάξης της περασμένης δεκαετίας για κοινωνική ανέλιξη και dolce vita (δηλαδή το να γίνουν στυλάτοι κοσμοπολίτες μεσοαστοί), είχαν πια ξεθωριάσει με τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα. Στα 18 σου έβρισκες ένα κορίτσι και αν ήσουν τυχερός μια σκατοδουλειά, μετά το κορίτσι έμενε έγκυος και στα 21 βρισκόσουν με οικογένεια να μπεκροπίνεις τα βράδια στις παμπ και μια φορά την εβδομάδα να  ξεθυμαίνεις στα γήπεδα για να μην τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα. Αν δεν είχες ούτε τη σκατοδουλειά, απλά δεν έκανες τίποτα εκτός από να κάθεσαι σε πεζούλια και παγκάκια και να πίνεις κουτάκια μπίρες ή να σνιφάρεις κόλλα. Οι Steve Jones και Paul Cook των Sex Pistols (το ’72 ήταν οι Strand) προέρχονταν από αυτό το υπόβαθρο. Έπαιζαν σε μια μπάντα και σύχναζαν στο «Too Fast to Live, Too Young to Die», το κατάστημα ρούχων του Malcolm McLaren και της Vivienne Westwood. O McLaren πείστηκε από τον Jones να βοηθήσει τη μπάντα νοικιάζοντάς τους χώρο για πρόβες και τους γνώρισε το μπασίστα Glen Matlock, σπουδαστή κολλεγίου και περιστασιακό εργαζόμενο στο μαγαζί.

sex_boutique_vivianne_and_malcolm
McLaren – Westwood και η βιτρίνα της μπουτίκ SEX

Το κατάστημα των McLaren-Westwood, ειδικευόταν αρχικά σε ρούχα ’50s Teddy Boys και Rockers revival, πριν ονομαστεί «SEX»  και το ρίξει στα φετιχιστικά (Τα δερμάτινα περιλαίμια και περιβραχιόνια με τα καρφιά που φορούσε ο Sid Vicious και οι άλλοι, ξεκίνησαν από κει). Ο McLaren είχε ήδη κάνει μια προσπάθεια ως μάνατζερ με τους New York Dolls, αλλά η εξάρτησή τους από τις διάφορες ουσίες έκανε δύσκολη την επικοινωνία. Τώρα έβλεπε αυτούς τους πιτσιρικάδες σαν μια εύπλαστη μαγιά, την οποία θα μπορούσε να πλάσει κατά τα γούστα του. Ο δαιμόνιος και ευφυής McLaren γνώριζε καλά τις ιδέες των γάλλων Καταστασιακών για την κοινωνία την εθισμένη στο θέαμα και είχε επίγνωση του τρόπου που ένα δυναμικό και προκλητικό γεγονός είχε τη δύναμη να στρέψει το ενδιαφέρον πάνω σε σένα και την άποψη που ήθελες να εκφράσεις. Το συγκρότημα που ήθελε ο  McLaren, ήταν ένα ντανταϊστικό έργο αντι-τέχνης: Μια απαράδεκτη μουσικά, σοκαριστικά ανήθικη και εξωφρενικά προκλητική, αλλά εκρηκτική και αυθεντικά νεωτερική μπάντα. Αντάξια του παρακμιακού χαρακτήρα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας και του κοινωνικού περιθωρίου που δημιουργούσε. Έλειπε όμως η βασική πινελιά, ο κατάλληλος frontman – τραγουδιστής. Αφού ο διακαής πόθος του McLaren ο Richard Hell και ο Sylvain Sylvain των Dolls απέρριψαν την πρότασή του να πάνε από τη Νέα Υόρκη στο Λονδίνο για μπουν στο συγκρότημα, ήταν σε αναζήτηση ατόμου με το κατάλληλο στυλ και οπωσδήποτε με κοντά μαλλιά.

Μια μέρα, Αύγουστο του ’75, ο φίλος του McLaren Bernard Rhodes, βλέπει στο δρόμο το Lydon με πράσινα κοντά μαλλιά κι ένα κομμένο, τρυπημένο και με παραμάνες μπλουζάκι των Pink Floyd που με μαρκαδόρο έγραφε «I HATE», πάνω από τ’όνομα του συγκροτήματος. Τον πείθει να συναντήσει τον McLaren και τη μπάντα και το βράδυ καταλήγουν στο  «SEX», με το Lydon να κάνει «οντισιόν» μαζί με το τζουκμποξ το «I’m eighteen» του Alice Cooper. Η μπάντα βάζει τα γέλια, αλλά ο McLaren τους πείθει να τον πάρουν μαζί τους στις πρόβες… Η αρχική τετράδα έχει συμπληρωθεί και αρχίζουν να γράφουν τα δικά τους τραγούδια με τους Jones – Matlock να αναλαμβάνουν τη μουσική και το Lydon το στιχουργικό μέρος. Η συνέταιρος του McLaren σχεδιάστρια Vivian Westwood, αναλαμβάνει τη στυλιστική επιμέλεια με ρούχα ειδικά σχεδιασμένα για το συγκρότημα. Οι πρώτες τους εμφανίσεις τελειώνουν πρόωρα με αποδοκιμασίες, αλλά αυτοί επιμένουν καταφέρνοντας να αποκτήσουν έναν πυρήνα πιστών οπαδών που τους ακολουθεί όπου εμφανίζονται (γνωστό και ως Bromley Contingent).

bromley contigent
The Bromley Contingent

Μέσα σ’αυτούς είναι η Siouxsie Sioux και ο φίλος του Rotten Sid Vicious, που αργότερα ο McLaren θεωρεί ότι το στιλ του ταιριάζει καλύτερα στο συγκρότημα, παρότι (ή επειδή) δεν ξέρει μπάσο κι έτσι (με τις ευλογίες του Rotten) θα πείσει τους υπόλοιπους 2 να διώξουν το Matlock και να τον πάρουν στη μπάντα. Απ’ τους λίγους θεατές που παρακολουθούν τα πρώτα τους βήματα, πολλοί είναι αυτοί που με τη σειρά τους θα φτιάξουν τα δικά τους πανκ συγκροτήματα. Ο Joe Strummer, τραγουδιστής τότε των 101’ers, εντυπωσιάζεται από το πρωτότυπο στυλ των Pistols όταν αυτοί ανοίγουν μια συναυλία των 101’ers και στο τέλος της, πείθεται απ’τους Paul Simonon και Mick Jones να συμμετάσχει στο πανκ σχήμα που ετοίμαζαν και που ονομάστηκε Clash. Οι Buzzcocks και ο Billy Idol ήταν κι αυτοί μέσα στον πυρήνα των πρώτων οπαδών των Pistols που ακολούθησαν αργότερα τη δική τους μουσική πορεία.Οι συναυλίες τους δημιουργούσαν αίσθηση λόγω του ασυνήθιστου ήχου, της περίεργης εμφάνισης, της σκηνικής παρουσίας, των «κοφτερών» και ευφυών μες την απλότητά τους στίχων του Lydon και φυσικά των καβγάδων και των φασαριών που συνοδεύουν τις εμφανίσεις τους.

Πολλά από τα live που κλείνουν ακυρώνονται, όμως τελικά εξασφαλίζουν μια εβδομαδιαία εμφάνιση

sex pistols at 100 club
Ζωντανά στο 100 CLUB

στο θρυλικό πια 100 Club όπου η φήμη τους εξαπλώνεται. Υπογράφουν συμβόλαιο με την ΕΜΙ και τον Οκτώρη του ’76 κυκλοφορούν το πρώτο σινγκλ Anarchy in the U.K. (με το εξαιρετικό, όπως και τα επόμενα, εξώφυλλο του Jamie Reid, μνημείο της pop-art και της punk αισθητικής). Μετά από μια επεισοδιακή τηλεοπτική τους συνέντευξη στο τοπικής εμβέλειας Thames Television που τελειώνει με τον Jones να «στολίζει» με αισχρόλογα (πρώτη φορά στην τηλεόραση) τον οικοδεσπότη θεωρώντας ότι έθιξε τη Siouxsie, τα ταμπλόιντ ξεχειλίζουν από πουριτανική οργή και αγανάκτηση για το απρεπές του θεάματος ( «The filth & the fury» – πρωτοσέλιδο Daily Mirror). Daily_Mirror_December_2_1976_Filth_and_FuryΑπό ΄κει και πέρα οι ζωντανές εμφανίσεις τους γίνονται πιο σπάνιες καθότι συναντούν τις έντονες αντιδράσεις αστυνομικών αρχών και τοπικών συμβουλίων και τις απειλές ακροδεξιών ομάδων ( ο Lydon ειδικά γίνεται στόχος και δέχεται καναδυό φορές τις «περιποιήσεις» των τελευταίων). Λίγο μετά η EMI ακυρώνει το συμβόλαιό τους και αυτοί αντικαθιστούν το Matlock με το Vicious το φλεβάρη του ’77. Ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα από την A&R Records, που επιχειρεί να κυκλοφορήσει το «God save the Queen», αλλά οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο κοπής δίσκων αρνούνται να τυπώσουν το εξώφυλλο του Reid και κάποιους καβγάδες στα γραφεία της δισκογραφικής που καταλήγουν να τους διώξει κακήν κακώς, υπογράφουν στη Virgin και το Μάη του ’77 κυκλοφορούν τελικά το δεύτερο σινγκλ  God save the Queen, που απαγορεύτηκε απ’όλους τους ραδιοσταθμούς παρότι επισήμως Νο 2 σε πωλήσεις, ενώ τον Οκτώβρη βγάζουν το διάσημο άλμπουμ τους  Never Μind the Βollocks, στο οποίο φημολογείται ότι όλα τα μέρη του μπάσου έπαιξε ο Jones λόγω της εκτελεστικής ανεπάρκειας του Vicious. Η κόντρες μεταξύ των μελών του συγκροτήματος καθώς και του Lydon με τον McLaren, σε συνδυασμό με μια όχι και τόσο επιτυχημένη περιοδεία στις Η.Π.Α. θα έχουν ως αποτέλεσμα στο τελευταίο live στο Σαν Φρανσίσκο, να παίξουν μόνο μια εκτεταμένη διασκευή του «No Fun» των Stooges και τελειώνοντας να ανακοινώσουν το τέλος της συναυλίας και τις επόμενες μέρες τη διάλυση του συγκροτήματος (οι τρεις πλην του Lydon θα ηχογραφήσουν ένα σινγκλ και το soundtrack για την ταινία «The Great Rock ‘ n Roll Swindle», πριν διαλυθούν οριστικά).

Sex Pistols wth Sid
Sex Pistols (Sid Vicious, Steve Jones, Paul Cook, John Lydon)

Η επεισοδιακή εμφάνιση των Sex Pistols, το αποτέλεσμα του «πειράματος» του McLaren, ουσιαστικά δημιούργησε το punk στη Μ.Βρετανία και το έκανε γνωστό και στο τελευταίο μικροαστικό νοικοκυριό μέσω της αρνητικής δημοσιότητας που τους έδωσαν απλόχερα τα ταμπλόιντ. Όσο όμως οι Pistols και το punk εμφανίζονταν σαν απειλή για τους συντηρητικούς μεσήλικες, τόσο περισσότερο γοήτευε την περιθωριοποιημένη νεολαία. Το 1977 ήταν η χρονιά «έκρηξης» για το punk και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Τα ντεμπούτα άλμπουμ των Damned, Clash, Stranglers, Wire, Buzzcocks και πολλών άλλων κυκλοφόρησαν στη Βρετανία. Αλλά και στις Η.Π.Α. που τώρα το punk  έγινε ευρέως γνωστό, οι Television, Talking Heads, Blondie, Richard Hell & the Voidoids, Dead Boys κλπ, έβγαλαν τις πρώτες δισκογραφικές τους δουλειές. Μέχρι τότε από τα συγκροτήματα του νέου ήχου, μόνο οι Modern Lovers από τη Βοστώνη και οι Ramones (οι οποίοι το 1977 έβγαλαν δύο νέα άλμπουμ) είχαν δισκογραφική δουλειά μεσα στο 1976. Παράλληλα με την άνθιση του πρώτου, τα νέα δεδομένα έφεραν την εμφάνιση ενός δεύτερου πανκ «κύματος», το λεγόμενο american hardcore. Κάθε πτυχή της ροκ στο εξής θα είχε μια μικρή ή μεγάλη επιρροή από τη μουσική αυτής της περιόδου. Για να μην αδικήσουμε κάποιο από τα πολύ σημαντικά ονόματα της punk και post-punk σκηνής, θα επανέλθουμε με το τρίτο και τελευταίο μέρος…

anarchy in U.K. cover

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s