Mods & Rockers – ’60s Βρετανική σκηνή (Μέρος Α’)

Την εποχή που το ροκ’εν’ρολ έφτανε στη Μ.Βρετανία, τέλη του ’50, μια αντίστοιχη πολυπληθής γενιά νεολαίων που είχαν γεννηθεί στη διάρκεια και αμέσως μετά το 2ο Π.Πόλεμο, έφτανε σε κρίσιμη ηλικία. Εκατομμύρια έφηβοι εργατικών οικογενειών, που για πρώτη φορά είχαν πρόσβαση σε καταναλωτικά αγαθά και τα , έστω και περιορισμένα, μέσα για να τα αποκτήσουν, χάρις στην ταχεία αναπτυσσόμενη οικονομία της παραδοσιακά βιομηχανικής και εμπορικής Μ.Βρετανίας.

Ενώ τα προηγούμενα χρόνια, το να έχει ένας εργάτης την ευκαιρία να έχει, έστω και μια, «καλή» αλλαξιά ρούχα ήταν δύσκολο, με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου που επακολούθησε τη νίκη των Συμμάχων και τον ψυχρό πόλεμο με την Ε.Σ.Σ.Δ., ήταν κάτι παραπάνω από εφικτό. Σημαντικό ρόλο όμως στη διαμόρφωση ολόκληρου ρεύματος νεανικής υποκουλτούρας, έπαιξε ο ψυχολογικός αντίκτυπος του τέλους της δεύτερης μαζικής ανθρωποσφαγής με τη γέννηση της πυρηνικής απειλής.

Η πρώην αυτοκρατορία έβγαινε από τον πόλεμο νικήτρια, αλλά με πληγωμένο εγωισμό και ξεκάθαρα χαμένο το status της παγκόσμιας υπερδύναμης. Για τους νέους, η στάση του «ζήσε για το τώρα», η αναζήτηση των ηδονών και των απολαύσεων είναι μια αντίδραση απόρριψης του «ένοχου» για τον πόλεμο παρελθόντος και ξόρκισμα του φόβου και της αβεβαιότητας. Η νεολαία αναζητά τρόπους να ξεχωρίσει και, γιατί όχι, να τσαντίσει τους γονείς και παππούδες της. Μέσα σ’αυτό το κλίμα η έννοια του «μοντέρνου», αποκτά άλλη υπόσταση δηλώνοντας το νεωτερικό και το ενδιαφέρον.

Ο όρος «Mod» ξεκίνησε για να περιγράψει τους στυλάτους οπαδούς της modern jazz που αυτοαποκαλούνταν “Modernists”. Στα τέλη του ’50 στο Σόχο, τότε μποέμικη συνοικία στο κεντρικό Λονδίνο, στο κλαμπ “Ronnie Scotts”, ένας πυρήνας κάποιων δεκάδων μεσοαστών, στην πλειοψηφία σπουδαστές σε κολλέγια τέχνης, σύχναζαν ακούγοντας αμερικάνικη bebop jazz. Το ντύσιμό τους, πολλές φορές με ραμμένα κουστούμια, ήταν επηρεασμένο από τα κομψά γαλλικά και ιταλικά κουστούμια που φορούσαν ο Miles Davis και άλλοι με θητεία στο Παρίσι και την Ευρώπη. Κάποιοι εργατικής καταγωγής νέοι σύχναζαν σε τέτοια μαγαζιά, αφενός γιατί έμεναν ανοιχτά ως αργά, αφετέρου διότι θαύμαζαν την εμφανισιακή κομψότητα, το αντικονφορμιστικό πνεύμα και τη μουσική που γνώριζαν στα στέκια των σπουδαστών τέχνης.

Η μίμηση ξεκίνησε από την εμφάνιση. Τα μαγαζιά της Carnaby street έγιναν συνώνυμα με το νέο στυλ ντυσίματος, γαλλικά και ιταλικά περιοδικά μόδας άρχισαν να ενδιαφέρουν τους νεολαίους και σύντομα το Λονδίνο άρχισε να γεμίζει ιταλικές βέσπες και τύπους/τύπισσες με mods vespasχαρακτηριστικά κουρέματα και στενά χρωματιστά ρούχα, κουστούμια ή με το χαρακτηριστικό anorak (αδιάβροχο ημίπαλτο). Ήταν πολλές φορές μεθυσμένοι, φτιαγμένοι με αμφεταμίνες, ή απλά φασαριόζοι. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως ήταν, οτιδήποτε έκαναν, να γινόταν με -ενίοτε προκλητικό- στυλ. Οι συντηρητικοί μεγαλύτερης ηλικίας αποδοκιμάζουν. Όσο το κοινό μεγαλώνει, η μουσική περνάει από τη jazz στα rhythm & blues και τη soul.

Στην άλλη πλευρά στο Liverpool, η εργατική τάξη αρχικά δεν έχει τόσο εξεζητημένα στυλιστικά πρότυπα. LehnonMcCartney ξεκινούν παίζοντας skiffle, μια μίξη country, jazz & blues σε γρήγορο ρυθμό του δρόμου της Νέας Ορλεάνης. Τα όργανα ήταν αυτοσχέδια – ένα τσίγκινο κουτί τσαγιού με ένα σκουπόξυλο και ένα τεντωμένο κορδόνι ήταν το μπάσο, τα τύμπανα κουβάδες και χαρτόκουτα, μαζί με μια φτηνή κιθάρα. Το κόστος των οργάνων ήταν ακόμα

Beatles με τον Pete Best
Beatles με τον Pete Best

απαγορευτικό για τους πολλούς. Παρόλα αυτά στήνονταν γλέντια τρικούβερτα με τέτοιες μπάντες και το κοινό ήταν πρόθυμο. Αργότερα και πριν γίνουν Beatles, επηρεασμένοι από το ροκ’εν’ρολ, έπαιζαν και ντύνονταν μάλλον σαν rockers, με τζην, μπότες, δερμάτινα μπουφάν και μπριγιαντίνη. Οι Mods και οι Rockers ήταν σε “αντίπαλα στρατόπεδα” και έπεφτε αρκετό ξύλο πριν η μουσική, όπως των Who και Stones συμφιλιώσει τα πνεύματα ώς κοινής αποδοχής.

Alexis Korner
Alexis Korner

Το 1961 στο Λονδίνο, οι Alexis Korner και Cyril Davies δημιουργούν τους “Blues Incorporated”, ένα χαλαρής σύνθεσης σχήμα, που αποτέλεσε «σχολείο» για πολλούς από τους μετέπειτα διάσημους μουσικούς που «έμαθαν» τα μπλουζ παίζοντας ή ακολουθώντας αυτή τη μπάντα. Graham Bond, Charlie Watts, Jack Bruce, John Mayal, Jimmy Page, και οι Jagger – Richards είναι μερικοί απαυτούς.

Τέλη του ’61 ο μάνατζερ Brian Epstein ακούει τους Beatles στο Cavern Club του Λίβερπουλ και αναλαβάνει την προώθησή τους. Τους συμβουλεύει να αλλάξουν το παλιομοδίτικο ροκ’εν’ρολ ντύσιμο και να υιοθετήσουν το νέο “Mod” στυλ. Τους κλείνει συμβόλαιο στην Parlophone, θυγατρική της EMI και ο παραγωγός George Martin τους πείθει να αντικαταστήσουν το ντράμερ Pete Best με το Ringo Star.

The Beatles
The Beatles

Τέλη του ΄62 ηχογραφούν το “Love me do” και το Γενάρη του’63 το “Please please me” που φτάνει στο Νο 1 όπως και το ομότιτλο άλμπουμ και κάθε τι που θα κυκλοφορούσαν στο εξής. Τα μελωδικά τους τραγούδια με τα χορωδιακά φωνητικά, επηρεασμένα από τα ακούσματά τους (Bo Diddley, Buddy Holy, Elvis Priesley, Chuck Berry), μαζί με τη δυναμική για την εποχή σκηνική παρουσία και τη μοντέρνα εμφάνιση, τους μετατρέπουν σύντομα στο πιο δημοφιλές νεανικό γκρουπ. Οι παθιασμένες εκδηλώσεις, κυρίως των θαυμαστριών και η τεράστια εμπορική επιτυχία των δίσκων τους, χαρακτηρίζει το φαινόμενο «Beatlemania» και καθώς δημιουργείται μια νέα αγορά, ανοίγει ο δρόμος για αναρίθμητα συγκροτήματα να ακολουθήσουν το παράδειγμα.

Το Φεβρουάριο του 1964 οι Beatles περιοδεύουν στις Η.Π.Α. γνωρίζοντας μαζική κοσμοσυρροή σε κάθε εμφάνιση και πρωτοφανείς για εισαγόμενη μπάντα, εκφράσεις λατρείας. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τις 2 τηλεοπτικές τους εμφανίσεις στο “Ed Sullivan Show” παρακολούθησαν 70.000.000 κόσμος, 1/3 του γενικού πληθυσμού, έκαστη. Η μεγάλη τους απήχηση και η μαζική δημοφιλία βρετανικών συγκροτημάτων που ακολούθησε, έμεινε γνωστή ως “British Invasion”. Προηγήθηκε βέβαια η αξίας 40.000 δολλαρίων διαφημιστική καμπάνια, που οργάνωσε ο μάνατζερ των Beatles Brian Epstein, με τους μεγαλύτερους ραδιοσταθμούς των Η.Π.Α., οι οποίοι έπαιζαν τα τραγούδια τους 2 μήνες νωρίτερα.

Το αξιοπερίεργο και ενδεικτικό του συντηρητισμού της βρετανικής κοινωνίας ήταν ότι στο βρετανικό ραδιόφωνο που μονοπωλούνταν από το B.B.C., παρά τη μεγάλη εμπορική επιτυχία τους, τα ροκ και ποπ τραγούδια των νέων συγκροτημάτων δεν παιζόντουσαν! Το κενό κάλυπταν πειρατικοί σταθμοί με σημαντικότερους το “Radio Caroline” και το “Radio London”, που εξέπεμπαν από πλοία σε διεθνή ύδατα, μη παράνομη πρακτική τότε. Η τεράστια απήχησή τους, οδήγησε το B.B.C. να αναθεωρήσει και να εντάξει τελικά τη μοντέρνα μουσική στο πρόγραμμά του το 1967, με την πολιτεία παράλληλα να κηρύσσει εκτός νόμου τους πλωτούς σταθμούς με εμβέλεια εντός επικράτειας.

Radio London
Radio London
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s